Meaning of Πενταγιώτισσα | Babel Free
/pen.daˈʝo.ti.sa/Ορισμοί
-
θηλυκό του Πενταγιώτης demonym
- προσωνυμία Ελληνίδας καλλονής του 19ου αιώνα, γνωστή για την ομορφιά της και τα σκάνδαλα που προκαλούσε
- γυναικείο όνομα
Παραδείγματα
“※ Ω Πενταγιώτισσα, τί θες ακόμα; / πες μου, δε σ’ έλιωσε το μαύρο χώμα / και με τα ονείρατα του κάτου κόσμου / ξεφεύγεις άπιαστη κι έρχεσ’ εμπρός μου;”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.