HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Πενταγιώτισσα | Babel Free

Noun CEFR C1
/pen.daˈʝo.ti.sa/

Ορισμοί

  1. θηλυκό του Πενταγιώτης
    demonym
  2. προσωνυμία Ελληνίδας καλλονής του 19ου αιώνα, γνωστή για την ομορφιά της και τα σκάνδαλα που προκαλούσε
  3. γυναικείο όνομα

Παραδείγματα

“※ Ω Πενταγιώτισσα, τί θες ακόμα; / πες μου, δε σ’ έλιωσε το μαύρο χώμα / και με τα ονείρατα του κάτου κόσμου / ξεφεύγεις άπιαστη κι έρχεσ’ εμπρός μου;”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Πενταγιώτισσα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course