Meaning of πενικιλίνη | Babel Free
Ορισμοί
είδος αντιμικροβιακού φαρμάκου, υπαγόμενο στις β-λακτάμες, αποτελώντας ιδιαίτερη ομάδα, αυτή των πενικιλλινών. Ανακαλύφτηκε από τον Σερ Αλεξάντερ Φλέμινγκ το 1928.
Ισοδύναμα
English
Penicillin
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.