HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πελεκάνος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
pe.leˈka.nos

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. μεγαλόσωμο πτηνό με λευκό ή ρόδινο φτέρωμα κι ένα χαρακτηριστικά μεγάλο και διασταλτό σάκο κάτω από το ράμφος του όπου αποθηκεύει τη λεία του. Τρέφεται με ψάρια στους υδροβιότοπους που ζει και, παρά το αδέξιο βάδισμά του, έχει εξαιρετικές ικανότητες στην κολύμβηση
  3. δρυοκολάπτης
    vulgar
  4. που δουλεύει το ξύλο αλλά κυρίως την πέτρα, μέλος μπουλουκιού ( μαστόρικου συνεργείου) ή ανεξάρτητος
    idiomatic, vulgar

Ισοδύναμα

Englishpelican
Españolpelícano
Françaispélican
47 more languages
العربيةبجع
Azərbaycan diliqutan
Българскипеликан
Catalàpelicà
Češtinapelikán
Cymraegpelican
Danskpelikan
DeutschPelikan
Esperantopelikano
Gaeilgepeileacán
Galegopelícano
ગુજરાતીપેણ
עבריתשקנאי
Հայերենհավալուսն
Bahasa Indonesiapelikan
Íslenskapelíkani
Italianopellicano
ქართულივარხვი
Қазақ тілібірқазан
ភាសាខ្មែរទុង
한국어펠리컨
Latinapelecanus
Lietuviųpelikanas
Македонскипеликан
Nederlandspelikaan
Polskipelikan
Portuguêspelicano
Românăpelican
Русскийпеликан
Svenskapelikan
Kiswahilimwari
Tagalogpagala
Türkçepelikan
Українськапелікан
Tiếng Việtbồ nông
中文鹈鹕
繁體中文鵜鶘

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πελεκάνος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free