HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πελεκάνος | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/pe.leˈka.nos/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. μεγαλόσωμο πτηνό με λευκό ή ρόδινο φτέρωμα κι ένα χαρακτηριστικά μεγάλο και διασταλτό σάκο κάτω από το ράμφος του όπου αποθηκεύει τη λεία του. Τρέφεται με ψάρια στους υδροβιότοπους που ζει και, παρά το αδέξιο βάδισμά του, έχει εξαιρετικές ικανότητες στην κολύμβηση
  3. δρυοκολάπτης
    vulgar
  4. που δουλεύει το ξύλο αλλά κυρίως την πέτρα, μέλος μπουλουκιού ( μαστόρικου συνεργείου) ή ανεξάρτητος
    idiomatic, vulgar

Ισοδύναμα

English pelican

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πελεκάνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course