Meaning of πελαγώνω | Babel Free
/pe.laˈɣo.no/Ορισμοί
-
πλέω στο πέλαγος vulgar
-
βρίσκομαι σε αμηχανία, δεν ξέρω τι να κάνω, πώς να φερθώ figuratively
Παραδείγματα
“※ Κανόνι βροντοῦσε πέρα τὸ κῦμα. Καὶ μᾶς ἔδερνε καὶ μᾶς ἔσπρωχνε καὶ μᾶς πελάγωνε, σὰν νὰ μᾶς εἶχε ἀντίδικους. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Κακότυχος, από τη συλλογή Λόγια της πλώρης, 1924)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.