Meaning of πειραστής | Babel Free
Ορισμοί
αυτός που πειράζει, που βάζει κάποιον σε πειρασμό
dated, formal
Παραδείγματα
“※ Στην Αγία Γραφή χαρακτηρίζεται με διάφορα ονόματα: διάβολος, έπειδή διαβάλλει την αλήθεια του Θεού και πειραστής, διότι πειράζει τους ανθρώπους (Η Πτώση των Αγγέλων, Αποστολική Διακονία http://apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat=poim&NF=1&main=texts&file=13.htm)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.