Meaning of πειραματικός | Babel Free
/pi.ɾa.ma.tiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με το πείραμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
- δοκιμαστικός
- που συμβάλλει στον πειραματισμό, που πειραματίζεται
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.