Meaning of πατριώτης | Babel Free
/pa.triˈo.tis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αυτός που κατάγεται από την ίδια πατρίδα
- αυτός που τιμά, που αγαπάει την πατρίδα του, αυτός που θυσιάζεται γι' αυτήν
Ισοδύναμα
English
patriot
Παραδείγματα
“και υποκοριστικό πατριωτάκι”
“※ Ύστερα ο φλογερός πατριώτης Κώστας Κασομούλης έτρεξε βοήθεια στη Νάουσα, όπου τον περίμενε ο τίμιος και ηρωϊκός θάνατός του [μεταγραφή σε μονοτονικό]”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.