HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πατριαρχεύσει | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
  2. γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
  3. θα πατριαρχεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πατριαρχεύω

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πατριαρχεύσει used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course