Meaning of πατριαρχία | Babel Free
Ορισμοί
- το κοινωνικό σύστημα στο οποίο ο πατέρας ή γενικότερα ο άντρας κυριαρχούν στην οικογένεια και την κοινωνία
- ο χρόνος κατά τον οποίο διαρκεί η θητεία ενός Πατριάρχη (μπορεί να γράφεται και με κεφαλαίο: Πατριαρχία)
Παραδείγματα
“※ Επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα, η Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου ενέταξε επτά Αγίους στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των οποίων ήταν αναγνωρισμένες προσωπικότητες όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Άγιος Νεκτάριος.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.