Meaning of πατομπούκαλα | Babel Free
Ορισμοί
γυαλιά οράσεως ή ηλίου που είναι τόσο χοντρά σαν να ήταν γυαλιά από τον πάτου του μπουκαλιού
Παραδείγματα
“※ Και μπαίνει, που λέτε, την πρώτη μέρα της καινούργιας χρονιάς στην αίθουσα καταχαρούμενος και τι να δει; Πέντε όλους κι όλους φοιτητές πάλι: δυό Αμερικανές χίπισσες, έναν νεαρό Γάλλο με πατομπούκαλα για γυαλιά, μια Ινδή με βούλα στο μέτωπο και έναν μουσουλμάνο κύριο με ρόμπα. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)”
“※ Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.