Meaning of παστιτσάδα | Babel Free
/pa.stiˈt͡sa.ða/Ορισμοί
πιάτο της Κέρκυρας με κοκκινιστό κρέας ή κοτόπουλο το οποίο συνοδεύεται από χοντρά μακαρόνια
Παραδείγματα
“※ Στις ατέλειωτες οδοιπορίες ονειρευόμουν μια κερκυραϊκή παστιτσάδα με μπόλικη σάλτσα και τυρί, αλλά εκείνη τη στιγμή μπορούσα να συμβιβαστώ και με μια απλή ισπανική μακαρονάδα! (Θωμάς Λινός, Το κρυφό μονοπάτι, (Αθήνα: ιδιωτική έκδοση, 2009), σελ. 177)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.