Meaning of πασατέμπος | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- κολοκυθόσπορος που έχει ψηθεί και τρώγεται, αφού αφαιρεθεί το εξωτερικό κέλυφος (για να περνάει η ώρα)
-
κάτι που κάνουμε ή χρησιμοποιούμε για να περνά η ώρα figuratively
Παραδείγματα
“※ Αυτά που λες εγώ τ' ακούω βερεσέ, / τα παραμύθια σου τ' ανθίστηκα πια τώρα”
“και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε / ο πασατέμπος σου για να περνάς την ώρα.”
“(Από το τραγούδι «Ο πασατέμπος» (1946) σε στίχους του Γιώργου Γιαννακόπουλου και μουσική του Μανώλη Χιώτη)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.