Meaning of Πασαλιμανιώτης | Babel Free
/pa.sa.li.maˈɲo.tis/Ορισμοί
-
αυτός που κατοικεί ή κατάγεται από το Πασαλιμάνι ή την ακτή και γύρω περιοχή (του λιμένα Ζέας), στον Πειραιά demonym
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Ο Τσαρούχης a propos, θα φιλοτεχνήσει, ως Πειραιώτης και Πασαλιμανιώτης, πολλές προσωπογραφίες ερυθρόλευκων με τελευταία τον Υβ Τριαντάφυλλο, παραγγελία του Νίκου Γουλανδρή. (περιοδικό Αντί, τχ. 718-728, 2000)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.