Meaning of παρωχημένος | Babel Free
Ορισμοί
- ο αναγόμενος στο παρελθόν, στα περασμένα
- που δε χρησιμοποιείται πια ή δεν ανταποκρίνεται στα σύγχρονα δεδομένα
- ((γραμματική), για ρηματικούς χρόνους) συντελεσμένος
Παραδείγματα
“παρωχημένη έκφραση, συσκευή παρωχημένης τεχνολογίας”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.