HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παρτσινέβελος | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. συμπλοιοκτήτης, συνιδιοκτήτης, μεριδιούχος
    idiomatic
  3. νοικοκύρης
    idiomatic
  4. αφεντικό, αφέντης
    idiomatic

Παραδείγματα

“※ Στα 15 τον έβαλε ο πατέρας του παρτσινέβελο, δηλαδή μεριδιούχο στο πλοίο του, και στα 18 του ναυπήγησε την πρώτη γαλιότα. (Ιωάννης Βαρβάκης)”
“※ Τα βιβλία του τυπώνονταν στα καλύτερα τυπογραφεία της Αθήνας και, όπως γράφει στην Προσωπική Ικαρολογία το 1993 ο Γ.Π. Σαββίδης, «σιγά-σιγά, όλες οι εκδόσεις του Ίκαρου απόκτησαν ένα διακεκριμένο ύφος, εν μέρει οφειλόμενο στην εικαστική ευαισθησία των δύο παρτσινέβελων (συνιδιοκτητών), και στην προσωπική τους φιλία με τον Μόραλη και τον Τσαρούχη». (ΕφημερίδαΤο Βήμα, 10/8/1997])”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παρτσινέβελος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course