Meaning of παροχετεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παροχετεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω
- θα παροχετεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παροχετεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.