Meaning of παρκαδόρος | Babel Free
/paɾkaˈðoɾos/Ορισμοί
- ο οδηγός που γνωρίζει να παρκάρει οχήματα σε χώρους προσωρινής στάθμευσης
- αυτός που επιμελείται τους παραπάνω χώρους πάρκινγκ
Ισοδύναμα
English
Valet
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.