Meaning of παρθενογένεση | Babel Free
/paɾ.θe.noˈʝe.ne.si/Ορισμοί
- η γέννηση ή η δημιουργία κάποιου οργανισμού χωρίς τη συμμετοχή του αρσενικού στην αναπαραγωγική διαδικασία
-
η δημιουργία απ’ το μηδέν, απ’ το τίποτα figuratively
Ισοδύναμα
English
parthenogenesis
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.