HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παρευρεθείς | Babel Free

Verb CEFR C1
/pa.ɾe.vɾeˈθis/

Ορισμοί

  1. μετοχή αορίστου του μεσοπαθητικού ρήματος παρευρίσκομαι: που παραβρέθηκε
    formal
  2. β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου του παρευρίσκομαι όπως

Παραδείγματα

“να, ας, αν, ίσως κ.λπ. παρευρεθείς”
“θα παρευρεθείς (χρόνος: στιγμιαίος μέλλοντας)”
“παλιότερη γραφή: παρευρεθεῖς”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παρευρεθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course