Meaning of παρευρεθείς | Babel Free
/pa.ɾe.vɾeˈθis/Ορισμοί
-
μετοχή αορίστου του μεσοπαθητικού ρήματος παρευρίσκομαι: που παραβρέθηκε formal
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου του παρευρίσκομαι όπως
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως κ.λπ. παρευρεθείς”
“θα παρευρεθείς (χρόνος: στιγμιαίος μέλλοντας)”
“παλιότερη γραφή: παρευρεθεῖς”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.