Meaning of παρενέργεια | Babel Free
/paɾeˈneɾʝia/Ορισμοί
-
πρόσθετη ανεπιθύμητη επίδραση φαρμακευτικής ουσίας ή σκευάσματος στον οργανισμό ατόμων όταν το χρησιμοποιούν especially
-
αρνητική συνέπεια κάποιου γεγονότος ή κάποιας ενέργειας figuratively
- η μεταβολή στο σύστημα που προκαλείται από μία συνάρτηση ή έκφραση μετά την ολοκλήρωση της λειτουργίας της, που μπορεί να είναι επιθυμητή ή να δυσκολεύει τον σχεδιασμό του προγράμματος.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Αυτό το φάρμακο δεν έχει καθόλου παρενέργειες.”
This medicine has no side effects.
“Μια ανεπιθύμητη παρενέργεια αυτού του νόμου.”
An unwanted side effect of this law.
“Εξ ορισμού οι καθαρές συναρτήσεις δεν έχουν παρενέργειες σε αντίθεση με τις μη καθαρές.”
“Συνάρτηση που καλείται με αναφορά (call-by-reference), έχει παρενέργειες γιατί μεταβάλει τιμές σε θέσεις μνήμης, που μπορεί να είναι και το επιθυμητό.”
“Δείτε επίσης: παρενέργεια (υπολογιστές) στη Βικιπαίδεια”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.