Meaning of παρεμποδίζω | Babel Free
/paremboˈðizo/Ορισμοί
δημιουργώ ή παρεμβάλλω εμπόδιο σε κάτι (δι' έργου, ή λόγου, ή αξίωσης)
Ισοδύναμα
English
hinder
Παραδείγματα
“※ Αν τώρα από το διπλοπαρκάρισμα παρεμποδίζεται η λειτουργία των συγκοινωνιακών μέσων τότε ο οδηγός διαπράττει το αδίκημα της παρακώλυσης συγκοινωνιών. (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.