HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παραχωρησιούχος | Babel Free

Adjective CEFR C2
/pa.ɾa.xo.ɾi.siˈu.xos/

Ορισμοί

που αφορά εταιρεία που είναι ανάδοχος ενός έργου ή δημοσίου χώρου και είναι υπεύθυνη για τη διαμόρφωση και λειτουργία του

neologism

Παραδείγματα

“※ Συμφωνία παραχωρησιούχων για ενιαίο e-pass σε όλους τους αυτοκινητόδρομους (Γιώργος Λιάλιος, *, Η Καθημερινή, 4 Νοεμβρίου 2019)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παραχωρησιούχος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course