Meaning of παραχθείς | Babel Free
/ɾðɾɣˈðɲɾçʝos/Ορισμοί
- μετοχή παθητικού αορίστου (παράχθηκα) του ρήματος παράγω που έχει παραχθεί
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου (παραχθώ) παθητικής φωνής του παράγω
Παραδείγματα
“οι παραχθείσες ποσότητες - οι παραχθείσες μονάδες”
“τα παραχθέντα προϊόντα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.