HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παρατηρητής | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/pa.ɾa.ti.ɾiˈtis/

Ορισμοί

  1. το άτομο που παρατηρεί
  2. ο επιστήμονας που παρατηρεί και καταγράφει την εξέλιξη ενός φαινομένου, τη συμπεριφορά μιας ομάδας ή ενός ατόμου, οτιδήποτε, γενικά, σχετίζεται με το αντικείμενο της έρευνάς του
    especially
  3. σημείο σχετικιστικής σύγκρισης
  4. το άτομο που αρκείται στο να παρατηρεί, χωρίς να αναλαμβάνει δράση
    offensive
  5. κάποιος που παρακολουθεί κάτι, χωρίς να έχει κάποια επίσημη ιδιότητα ή δικαίωμα συμμετοχής
  6. το άτομο που εξετάζει τις εχθρικές κινήσεις
  7. επίσημος εντεταλμένος ενός κράτους ή ενός οργανισμού που συμμετέχει σε συζητήσεις επίλυσης προβλημάτων, χωρίς όμως να έχει δικαίωμα ψήφου ή δικαίωμα επικύρωσης των τυχόν συμφωνιών
  8. οι αντιπρόσωποι διεθνούς οργανισμού, που με ειδική απόφαση μεταβαίνουν σε εμπόλεμες περιοχές, διασφαλίζοντας την εγκυρότητα διαφόρων διαδικασιών
    plural
  9. το άτομο που με απόφαση της ομοσπονδίας παρακολουθεί ένα αθλητικό γεγονός και καταγράφει όσα διαδραματίζονται

Ισοδύναμα

English Lookout Observer

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παρατηρητής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course