Meaning of παρατηρηθείς | Babel Free
/pa.ɾa.ti.ɾiˈθis/Ορισμοί
-
που παρατηρήθηκε, που τον παρατήρησε κάποιος στο παρελθόν formal
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατηρούμαι
-
που έχει δεχθεί παρατήρηση στον παρελθόν formal
- θα παρατηρηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρατηρούμαι
Παραδείγματα
“και ευθυγραμμίζεται με το μοντέλο που ακολουθούν τα άλλα παρατηρηθέντα πλανητικά συστήματα του γαλαξία”
“Όζον: αξιολόγηση μοντέλων πρόβλεψης, παρατηρηθείσες τιμές, προβλεφθείσες τιμές, όρια υπερβάσεων... /οι παρατηρηθείσες αρρυθμίες”
“Επιβάλλει στους παρατηρηθέντες ή αποβληθέντες ποδοσφαιριστές τις αντίστοιχες κατά περίπτωση πειθαρχικές κυρώσεις..”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.