Meaning of παρασχεθείς | Babel Free
Ορισμοί
- που παρασχέθηκε, δόθηκε, χορηγήθηκε στο παρελθόν
- β΄πρόσωπο ενικού του εξαρτημένου τύπου παθητικής φωνής του ρήματος παρέχω
Παραδείγματα
“Οι παρασχεθείσες πρώτες βοήθειες δε στάθηκαν αρκετές για να σώσουν τη ζωή του.”
“τα παρασχεθέντα δικαιολογητικά, ο παρασχεθείς χρόνος”
“να παρασχεθείς, θα παρασχεθείς, όταν παρασχεθείς, αφού παρασχεθείς, ...”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.