HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παρασχεθείς | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. που παρασχέθηκε, δόθηκε, χορηγήθηκε στο παρελθόν
  2. β΄πρόσωπο ενικού του εξαρτημένου τύπου παθητικής φωνής του ρήματος παρέχω

Παραδείγματα

“Οι παρασχεθείσες πρώτες βοήθειες δε στάθηκαν αρκετές για να σώσουν τη ζωή του.”
“τα παρασχεθέντα δικαιολογητικά, ο παρασχεθείς χρόνος”
“να παρασχεθείς, θα παρασχεθείς, όταν παρασχεθείς, αφού παρασχεθείς, ...”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παρασχεθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course