HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παραστατικός | Babel Free

Adjective CEFR C1
/pa.ɾa.sta.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με παράσταση ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που παρουσιάζει κάτι εναργώς με ωραίο και ζωηρό τρόπο και γλαφυρό ύφος
  3. παραστατικό / παραστατικά

Παραδείγματα

“※ Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παραστατικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course