Meaning of παρασκευαστεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
- θα παρασκευαστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρασκευάζομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.