Meaning of παραπλαγιασμός | Babel Free
/pa.ɾa.pla.ʝi.aˈzmos/Ορισμοί
τεχνική (σχήμα) όπου ο παλαιστής, πηγαίνοντας πλάγια, συμπαρασύρει τον αντίπαλό του με ειδική λαβή των ποδιών και το βάρος του δικού του σώματος προκειμένου να κυλιστεί μαζί του
Παραδείγματα
“※ χ.η. Επιτροπή Ιστορικής Τεκμηρίωσης του Παγκρατίου Αθλήματος, ΕΟΠΑ (Ελληνική Ομοσπονδία Παγκρατίου Αθλήματος), ιστορία του αθλήματος”
“※ χ.η. λεξικό «Greek (Liddell-Scott)», στο lsj.gr”
“≈ συνώνυμα: μεταπλασμός, παρακαταγωγή, παράπλαστον”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.