Meaning of παραλυτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με παράλυση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
- που υποφέρει ή πάσχει από παράλυση
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.