Meaning of παρακωλυθείς | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
- θα παρακωλυθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρακωλύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.