Meaning of παρακοιμάμαι | Babel Free
/pa.ɾa.ciˈma.me/Ορισμοί
- κοιμάμαι παραπάνω από το κανονικό ή απ’ ό,τι συνήθως και αργώ να ξυπνήσω
-
άλλη μορφή του παρακοιμώμαι figuratively
Παραδείγματα
“Ο Πέτρος παρακοιμήθηκε και έχασε την πτήση του.”
Peter overslept and missed his flight.
“Παρακοιμήθηκες! Μεσημέριασε πια!”
You slept in! It's already past noon!
“Παρακοιμήθηκε και έχασε το τρένο του.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.