HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παρακμιακός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που παρουσιάζει σημεία παρακμής, αποσύνθεσης, που χαρακτηρίζεται από παρηκμασμένο τρόπο ζωής, επιλογές, που είναι σε διαδρομή φθοράς, δεν ενδιαφέρεται για το μέλλον, ίσως ανήθικος ή άσωτος
  2. που δημιουργεί σε εποχή παρακμής
  3. που σχετίζεται με το παρακμιακό ρεύμα στη λογοτεχνία, ζωγραφική κ.α.

Παραδείγματα

“Κυριαρχούσε παρακμιακό κλίμα”
“Ο Οσκαρ Ουάιλντ χαρακτηρίζεται ένας από τους σημαντικότερους παρακμιακούς λογοτέχνες”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παρακμιακός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course