Meaning of παρακλητικός | Babel Free
/pa.ɾa.kli.tiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με την παράκληση ή αναφέρεται σ’ αυτή, που δηλώνει ή εκφράζει παράκληση ή ικεσία
- Παρακλητικός (κανόνας): εκκλησιαστική ακολουθία με ικετευτικό και αιτητικό περιεχόμενο που απευθύνεται στη Θεοτόκο ή αγίους
- Παρακλητική: εκκλησιαστικό λειτουργικό βιβλίο που περιέχει ύμνους, κανόνες κ.λπ. για κάθε ημέρα της εβδομάδας στους οκτώ ήχους της εκκλησιαστικής μουσικής
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: Παράκληση”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.