HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παρακλητικός | Babel Free

Adjective CEFR C1
/pa.ɾa.kli.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με την παράκληση ή αναφέρεται σ’ αυτή, που δηλώνει ή εκφράζει παράκληση ή ικεσία
  2. Παρακλητικός (κανόνας): εκκλησιαστική ακολουθία με ικετευτικό και αιτητικό περιεχόμενο που απευθύνεται στη Θεοτόκο ή αγίους
  3. Παρακλητική: εκκλησιαστικό λειτουργικό βιβλίο που περιέχει ύμνους, κανόνες κ.λπ. για κάθε ημέρα της εβδομάδας στους οκτώ ήχους της εκκλησιαστικής μουσικής

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: Παράκληση”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παρακλητικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course