Meaning of παραβάτης | Babel Free
/pa.ɾaˈva.tis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- που παραβαίνει, παραβιάζει ένα νόμο ή κανονισμό
- προσωνύμιο του αυτοκράτορα Ιουλιανού που του αποδόθηκε επειδή θέλησε να επαναφέρει την αρχαία θρησκεία
Ισοδύναμα
English
Offender
Παραδείγματα
“Ιουλιανός ο Παραβάτης”
Julian the Apostate
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.