Meaning of παράφρονα | Babel Free
/paˈɾa.fɾo.na/Ορισμοί
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του παράφρονας
- αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του παράφρων
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (παράφρον) του παράφρων
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.