Meaning of παξιμαδάκι | Babel Free
Ορισμοί
- μικρό παξιμάδι
- κυρίως το γλυκό παξιμαδάκι (1) που χρησιμοποιείται σαν βούτημα
Παραδείγματα
“※ Και ρουφούσε δυνατά τον καφέ του κι ύστερα βουτούσε μέσα το παξιμαδάκι του. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.