Meaning of πανωπροίκι | Babel Free
Ορισμοί
-
περιουσία που δίνονταν στο νέο ζευγάρι ή τον γαμπρό επιπλέον της συμφωνημένης προίκας dated, literally, vulgar
-
επιπλέον προμήθεια figuratively
Παραδείγματα
“※ Τρεις χρόνους γράφουν τα προικιά και τρεις τα πανωπροίκια, Κωνσταντάκη μου. (Από δημοτικό τραγούδι του Ζαγορίου)”
“Με μπόνους (κοινώς «πανωπροίκια») 353 εκατ. ευρώ προς τους μεγαλοεργολάβους που θα πληρώσει ο ελληνικός λαός και με ιδιωτικά συμφωνητικά που υπογράφηκαν από την κυβέρνηση και τις κοινοπραξίες, αναμένεται να επανεκκινήσουν τα «παγωμένα» εδώ και 2,5 χρόνια τέσσερα έργα των αυτοκινητοδρόμων (Ολυμπία Οδός, Αιγαίου, Κεντρικής Ελλάδας, Ιονία Οδός). (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.