HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

παντόφλα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
panˈdo.fla

Ορισμοί

  1. τύπος υποδήματος ανοιχτού, συνήθως αλλ' όχι πάντα στο πίσω μέρος· φοριέται μέσα στο σπίτι, χωρίς κάλτσες συνήθως και είναι πολύ βολική
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. τύπος μικρού ανοιχτού οχηματαγωγού πλοίου για κοντινές αποστάσεις, το οποίο ονομάστηκε έτσι λόγω του ανοιχτού καταστρώματός του που θυμίζει παντόφλα
    familiar, slang
  4. μικρό αποβατικό σκάφος (σχήματος ανάλογου με αυτό που περιγράφεται αμέσως παραπάνω)
    slang
  5. πορτοφόλι, συνήθως δερμάτινο πορτοφόλι για ψιλά, λόγω του σχήματός του όταν είναι ανοιχτό
    slang
  6. ογκώδες κινητό τηλέφωνο, παλαιάς τεχνολογίας (υπονοείται μεγάλο μέγεθος, αντίστοιχο με εκείνο της πραγματικής παντόφλας)
    slang

Ισοδύναμα

1 more languages
Kurdîmûle

Παραδείγματα

“※ Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες, / για να μας βλέπουν τακτικά της φυλακής οι πόρτες (από το τραγούδι του Βαγγέλη Παπάζογλου "Κάτω στα λεμονάδικα")”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παντόφλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free