Meaning of παντόφλα | Babel Free
/panˈdo.fla/Ορισμοί
- τύπος υποδήματος ανοιχτού, συνήθως αλλ' όχι πάντα στο πίσω μέρος· φοριέται μέσα στο σπίτι, χωρίς κάλτσες συνήθως και είναι πολύ βολική
- γυναικείο επώνυμο
-
τύπος μικρού ανοιχτού οχηματαγωγού πλοίου για κοντινές αποστάσεις, το οποίο ονομάστηκε έτσι λόγω του ανοιχτού καταστρώματός του που θυμίζει παντόφλα familiar, slang
-
μικρό αποβατικό σκάφος (σχήματος ανάλογου με αυτό που περιγράφεται αμέσως παραπάνω) slang
-
πορτοφόλι, συνήθως δερμάτινο πορτοφόλι για ψιλά, λόγω του σχήματός του όταν είναι ανοιχτό slang
-
ογκώδες κινητό τηλέφωνο, παλαιάς τεχνολογίας (υπονοείται μεγάλο μέγεθος, αντίστοιχο με εκείνο της πραγματικής παντόφλας) slang
Ισοδύναμα
English
Slipper
Παραδείγματα
“※ Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες, / για να μας βλέπουν τακτικά της φυλακής οι πόρτες (από το τραγούδι του Βαγγέλη Παπάζογλου "Κάτω στα λεμονάδικα")”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.