HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παντρολογώ | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

Παλιότερα παντρολογώ σήμαινε κάνω συνοικέσιο για να παντρευτούν δύο άτομα ή κανονίζω τα του γάμου τους. Αυτό το ρόλο τον αναλάμβανε συνήθως η προξενήτρα ή παντρολογήστρα, στις αρμοδιότητες της οποίας ήταν και η διαπραγμάτευση της προίκας αλλά και ο καθορισμός του εθιμοτυπικού σκέλους του μυστηρίου του γάμου. Σήμερα σπάνια χρησιμοποιείται το ρήμα στην ενεργητική φωνή.

Παραδείγματα

“Στις παλιές ελληνικές ταινίες η Βασιλειάδου είχε παντρολογήσει πολλούς”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παντρολογώ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course