HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παντοπωλείο | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

το κατάστημα στο οποίο μπορεί κάποιος να βρει τα βασικά είδη για τις ανάγκες ενός σπιτικού, όπως τρόφιμα, απορρυπαντικά και γενικά είδη οικιακής χρήσης και το οποίο τείνει να αντικατασταθεί παντού από τα σούπερ μάρκετ και τα ψιλικατζίδικα

Ισοδύναμα

English general store

Παραδείγματα

“※ Γνωριστήκαμε το 1933. Αυτός δεκαεξάρης κι εγώ δεκαπεντάρης. Δούλευε σ' ένα παντοπωλείο, στη Διαγώνιο, τσιράκι. Μπακαλόγατο τον φώναζαν. Συνδεθήκαμε με αδερφική φιλία (Μωυσής Μιχάλης Μπουρλάς, Έλληνας, Εβραίος και αριστερός, εκδ. Νησίδες, 2000, σελ. 202)”
“παλιότερα τα παντοπωλεία και τα "εβγατζίδικα" (από την εταιρεία που άλλοτε μονοπωλούσε την αγορά των γαλακτοκομικών) υπήρχαν σε κάθε γειτονιά”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παντοπωλείο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course