Meaning of παντοκράτορας | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- εκείνος που ελέγχει τα πάντα, ο παντοδύναμος, ο πανίσχυρος
- η παράσταση του Χριστού στον τρούλο της εκκλησίας
Ισοδύναμα
English
Pantocrator
Παραδείγματα
“ο Καίσαρας ήταν παντοκράτορας στο απόγειο της δόξας του”
“στις δύσκολες στιγμές οι πιστοί προσεύχονται στον Παντοκράτορα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.