Meaning of πανσέληνος | Babel Free
/panˈse.li.nos/Ορισμοί
- η φάση της σελήνης κατά την οποία αυτή φαίνεται από τη γη ολόκληρη, ως πλήρης δίσκος
- ανδρικό όνομα
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Πανσελήνου)
Παραδείγματα
“όπως οικογένεια από τη Μυτιλήνη, του λογοτέχνη Ασημάκη Πανσέληνου”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.