Meaning of πανουργία | Babel Free
/pa.nuɾˈʝa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Πανουργιάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Πανουργιάς
-
το να είναι κάποιος πανούργος, η ιδιότητα του πανούργου formal
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.