Meaning of πανορθοδοξιακός | Babel Free
Ορισμοί
- ο σχετικός με ολόκληρο τον χώρο των ορθοδόξων λαών, κατά το θρήσκευμα.
- ο σχετικός με όλα τα Πατριαρχεία και τις ορθόδοξες εκκλησίες (αυτοκέφαλες και μη)
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.