HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πανορθοδοξιακός | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με ολόκληρο τον χώρο των ορθοδόξων λαών, κατά το θρήσκευμα.
  2. ο σχετικός με όλα τα Πατριαρχεία και τις ορθόδοξες εκκλησίες (αυτοκέφαλες και μη)

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πανορθοδοξιακός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course