Meaning of πανικοβάλει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
- θα πανικοβάλει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πανικοβάλλω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.