HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πανηγυρικός | Babel Free

Adjective CEFR C1
/pa.ni.ʝi.ɾiˈkos/

Ορισμοί

  1. που γίνεται για να γιορταστεί κάποιο ευχάριστο, συνήθως επετειακό, γεγονός
  2. που χαρακτηρίζεται από συναισθήματα χαράς κι ενθουσιασμού
  3. καθολικός, αδιαμφισβήτητος
    figuratively

Παραδείγματα

“πανηγυρική τελετή”
“πανηγυρική ατμόσφαιρα”
“πανηγυρική δικαίωση”
“πανηγυρική εξαγγελία”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πανηγυρικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course