Meaning of πανηγυρικός | Babel Free
/pa.ni.ʝi.ɾiˈkos/Ορισμοί
- που γίνεται για να γιορταστεί κάποιο ευχάριστο, συνήθως επετειακό, γεγονός
- που χαρακτηρίζεται από συναισθήματα χαράς κι ενθουσιασμού
-
καθολικός, αδιαμφισβήτητος figuratively
Παραδείγματα
“πανηγυρική τελετή”
“πανηγυρική ατμόσφαιρα”
“πανηγυρική δικαίωση”
“πανηγυρική εξαγγελία”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.