Meaning of πανάθλιος | Babel Free
/paˈna.θli.os/Ορισμοί
-
τελείως άθλιος, χαμερπής, τιποτένιος offensive
- πολύ δυστυχισμένος, εξαθλιωμένος, που τον βλέπουν οι άλλοι με περιφρόνηση
Παραδείγματα
“※ [καθαρεύουσα, κατά την αρχαία κλίση πανάθλιος] «Τὸ ὄνομά μου εἶν’ Ἑλλάς, κοινῶς δὲ καὶ Γραικία ἡ πρὶν λαμπρὰ καὶ ἔνδοξος, τώρα δὲ παναθλία.»”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.