Meaning of παλουκωθεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
- θα παλουκωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παλουκώνομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.