Meaning of παλλόμενο σύμφωνο | Babel Free
/paˈlo.me.no ˈsiɱ.fo.no/Ορισμοί
- σύμφωνο που ταξινομείται ως παλλόμενο με βάση τον τρόπο άρθρωσής του, καθώς ένας κινητός ενεργός αρθρωτής π.χ. η γλώσσα πάλλεται γρήγορα από το ρεύμα του αέρα προς έναν άλλο άρθρωτή (συνήθως για πολλές παλμικές κινήσεις)
- οποιοδήποτε σύμφωνο όπου παράγεται έστω και μια παλμική κίνηση
Παραδείγματα
“Τα μονοπαλλόμενα και τα πολυπαλλόμενα σύμφωνα είναι και τα δύο παλλόμενα σύμφωνα.”
“< υπώνυμα: μονοπαλλόμενο σύμφωνο, πολυπαλλόμενο σύμφωνο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.